← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #883

November 19, 2023

έ
σ
ω
σ
α
Definition verb

έσωσα — Αόριστος του «σώζω»: έσωσα = έκανα κάτι/κάποιον να σωθεί, τον έβγαλα από κίνδυνο ή τον διατήρησα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word