← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #887

November 23, 2023

ό
σ
ι
ο
ς
Definition adjective

όσιος — Που είναι ευσεβής και ενάρετος, με σεβασμό προς τον Θεό και τους κανόνες της πίστης.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word