← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #890

November 26, 2023

π
ά
π
ε
ς
Definition noun

πάπες — Πληθυντικός του «πάπας»: ο Πάπας της Ρώμης (ο αρχηγός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word