← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #905

December 11, 2023

έ
κ
α
ν
α
Definition verb

έκανα — Παρελθοντικός τύπος του «κάνω»: έφτιαξα, πραγματοποίησα ή έκανα κάτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word