← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #920

December 26, 2023

ζ
ω
η
ρ
ή
Definition adjective

ζωηρή — Που έχει ζωντάνια και ενέργεια, ζωηρός/έντονος στον τρόπο ή στην κίνηση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word