← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #928

January 03, 2024

ξ
ύ
σ
α
ς
Definition verb

ξύσας — Μετοχή αορίστου του «ξύνω»: έχοντας ξύσει/γρατζουνίσει κάτι (π.χ. για να καθαρίσει ή να ξύσει φαγούρα).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word