January 03, 2024
ξύσας — Μετοχή αορίστου του «ξύνω»: έχοντας ξύσει/γρατζουνίσει κάτι (π.χ. για να καθαρίσει ή να ξύσει φαγούρα).
View all Ελληνικά words
Report bad word