← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #93

September 20, 2021

δ
α
λ
ά
ι
Definition

δαλάι — θιβετιανός τιμητικός προσδιορισμός με τη σημασία «ωκεανός» —μεταφορικά «απέραντος»— που χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε σύνθετο τίτλο, για να δηλώσει το εύρος της πνευματικής σοφίας και αυθεντίας τού Δαλάι Λάμα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word