← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #932

January 07, 2024

σ
ύ
ρ
μ
α
Definition noun

σύρμα — Λεπτό μεταλλικό νήμα (καλώδιο) που χρησιμοποιείται για σύνδεση, στήριξη ή μεταφορά ρεύματος.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word