← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #936

January 11, 2024

τ
ο
μ
έ
α
Definition noun

τομέα — Ο τομέας είναι ένας κλάδος ή πεδίο δραστηριότητας, εργασίας ή γνώσης.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word