January 19, 2024
θέλξε — «Θέλξε» είναι ο αόριστος του «θέλγω» και σημαίνει «γοήτευσε/μάγεψε, τράβηξε έντονα το ενδιαφέρον».
View all Ελληνικά words
Report bad word