← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #950

January 25, 2024

λ
ό
φ
ω
ν
Ορισμός

λόφων — γενική πληθυντικού του λόφος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης