← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #988

March 03, 2024

ά
ι
ρ
ι
ς
Definition noun

άιρις — Η ίριδα του ματιού, το χρωματιστό μέρος γύρω από την κόρη.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word