← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #992

March 7, 2024

δ
ο
ρ
έ
ς
Ορισμός

δορές — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορά

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης