Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΆΛΟΓΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άλογα
5 letters
·
Ελληνικά
άλογα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈa.lo.ɣa
Ετυμολογία
άλογα < άλογ(ος) + -α
adv
χωρίς λογική, χωρίς την επέμβαση του νου, με άλογο τρόπο
noun
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο
adj
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άλογο) του άλογος
Τύποι
άλογα
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#329 · 14 Μαΐου 2022
Previous word
#328 · έλκον
Next word
#330 · τζίβα
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
alogiquement
French