Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΆΝΟΜΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άνομο
5 letters
·
Ελληνικά
άνομο
—
αιτιατική ενικού του άνομος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άνομος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άνομος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1169 · 31 Αυγούστου 2024
Previous word
#1168 · γλύψω
Next word
#1170 · λοχία
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις