WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άσοφα

5 letters·Ελληνικά
adverb

άσοφα—Με τρόπο άσοφο, χωρίς σοφία ή σύνεση.

Daily Puzzle #99 · 26 Σεπτεμβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα