WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έζησα

5 letters·Ελληνικά
verb

έζησα—Αόριστος του «ζω»: έζησα = πέρασα μια περίοδο ζωής ή βίωσα κάτι.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 32 #193 · 20 Οκτωβρίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 1 #191 · 18 Οκτωβρίου 2026
Daily Puzzle #1422 · 11 Μαΐου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα