WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έκανα

5 letters·Ελληνικά
verb

έκαναΠαρελθοντικός τύπος του «κάνω»: έφτιαξα, πραγματοποίησα ή έκανα κάτι.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 2 #120 · 8 Αυγούστου 2026
Quordle Πλέγμα 4 #24 · 4 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #905 · 11 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα