Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΣΟΔΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έσοδό
noun
έσοδό
—
Τα χρήματα ή τα ποσά που εισπράττει κάποιος/μια επιχείρηση (έσοδα).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1299 · 8 Ιανουαρίου 2025
Previous word
#1298 · καείς
Next word
#1300 · ξυλιά
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις