Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΤΑΖΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έταζε
verb
έταζε
—
Παρατατικός του «ετάζω»: εξέταζε ή ρωτούσε/διερευνούσε κάτι.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1597 · 2 Νοεμβρίου 2025
Previous word
#1596 · νάκου
Next word
#1598 · χάσκα
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις