Ετυμολογίααλάνα < αλάν(ι) (παλιά σημασία: ανοιχτός χώρος) + μεγεθυντικό -α < (άμεσο δάνειο) τουρκική alan < οθωμανική τουρκική آلاڭ (alañ)
- η υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί
“※ Έξω στις αλάνες παίζαμε με τα γειτονόπουλα την τυφλόμυγα, τη μακριά γαϊδούρα, το κουτσό ή τα πεντόβολα.” — (Γιάννης Καιροφύλας, Αναμνήσεις ενός Αθηναίου.)
Τύποιαλάνα(singular, nominative) · αλάνες(nominative, plural) · αλάνας(genitive, singular) · αλανών(genitive, plural) · αλάνα(accusative, singular) · αλάνες(accusative, plural) · αλάνα(singular, vocative) · αλάνες(vocative, plural) · αλάνα(feminine) · Αλάνα(singular, nominative) · Αλάνες(nominative, plural) · Αλάνας(genitive, singular) · Αλάνα(accusative, singular) · Αλάνες(accusative, plural) · Αλάνα(singular, vocative) · Αλάνες(vocative, plural) · Αλάνα(feminine)