WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αλσών

5 letters·Ελληνικά
noun

αλσών—Δασώδης έκταση, συνήθως μικρό δάσος ή άλσος μέσα/κοντά σε πόλη.

Daily Puzzle #855 · 22 Οκτωβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα