WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αμολώ

5 letters·Ελληνικά
verb

αμολώ—Αφήνω κάτι να φύγει ή να τρέξει ελεύθερα· ξεσκάω/αμολάω.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #964 · 8 Φεβρουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα