Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΣΤΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αστοί
noun
αστοί
—
Οι κάτοικοι μιας πόλης, ιδίως οι αστοί ως κοινωνική τάξη (η μεσαία/αστική τάξη).
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1324 · 2 Φεβρουαρίου 2025
Previous word
#1323 · κείνα
Next word
#1325 · μήνες
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις