Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΆΨΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βάψει
5 letters
·
Ελληνικά
βάψει
—
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
θα βάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάφω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#149 · 15 Νοεμβρίου 2021
Previous word
#148 · περνό
Next word
#150 · λάσου
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις