Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΊΑΖΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βίαζε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
βίαζε
—
Παρατατικός του «βιάζω»: ανάγκαζε ή πίεζε κάποιον να κάνει κάτι γρήγορα ή με το ζόρι.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1443 · 1 Ιουνίου 2025
Previous word
#1442 · σπάμε
Next word
#1444 · δανού
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις