WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βιώσω

5 letters·Ελληνικά
verb

βιώσω—Θα ζήσω, θα περάσω μια περίοδο ζωής ή θα βιώσω κάτι.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #819 · 16 Σεπτεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα