Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΛΑΨΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βλάψε
verb
βλάψε
—
Αόριστος του «βλάπτω»: προκάλεσε ζημιά ή βλάβη σε κάτι/κάποιον.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1090 · 13 Ιουνίου 2024
Previous word
#1089 · σομφό
Next word
#1091 · λουρί
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις