WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γυαλί

5 letters·Ελληνικά
noun

γυαλί—Υλικό από γυαλί ή αντικείμενο/επιφάνεια από γυαλί, όπως τζάμι ή ποτήρι.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 1 #165 · 22 Σεπτεμβρίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 10 #120 · 8 Αυγούστου 2026
Daily Puzzle #1835 · 28 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle #995 · 10 Μαρτίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα