Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΊΩΚΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δίωκε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
δίωκε
—
Προστακτική του «διώκω»: κυνήγα/καταδίωξε κάποιον, προσπάθησε να τον πιάσεις ή να τον διώξεις.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1057 · 11 Μαΐου 2024
Previous word
#1056 · αχμέτ
Next word
#1058 · ράσων
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις