Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΑΣΟΎ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δασού
5 letters
·
Ελληνικά
δασού
—
γενική ενικού του δασός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, singular
γενική ενικού του δασός
genitive, singular
γενική ενικού του δασό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#272 · 18 Μαρτίου 2022
Previous word
#271 · στέπα
Next word
#273 · κουλά
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις