Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΕΧΤΌ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δεχτό
5 letters
·
Ελληνικά
adjective
δεχτό
—
Αποδεκτό· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται σωστό/εντάξει.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του δεχτός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεχτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#827 · 24 Σεπτεμβρίου 2023
Previous word
#826 · σκίνα
Next word
#828 · τρίτο
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις