Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΙΈΒΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
διέβη
5 letters
·
Ελληνικά
verb
διέβη
—
Πέρασε/διέσχισε (π.χ. δρόμο, ποτάμι)· αόριστος του «διαβαίνω».
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#158 · 24 Νοεμβρίου 2021
Previous word
#157 · απωθά
Next word
#159 · κώνων
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις