Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΟΛΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δόλοι
noun
δόλοι
—
Πληθυντικός του «δόλος»: απάτες ή τεχνάσματα με σκοπό την εξαπάτηση.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1522 · 19 Αυγούστου 2025
Previous word
#1521 · λεπτό
Next word
#1523 · λίνον
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις