Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΝΈΧΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ενέχω
5 letters
·
Ελληνικά
verb
ενέχω
—
Έχω ευθύνη ή υποχρέωση για κάτι, ή εμπλέκομαι σε κάτι.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
ενέχω < αρχαία ελληνική ἐνέχω
verb
formal
εμπεριέχω, έχω μέσα μου
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#674 · 24 Απριλίου 2023
Previous word
#673 · βαρδή
Next word
#675 · λαδιά
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις