Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΘΙΓΕΊ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θιγεί
5 letters
·
Ελληνικά
verb
θιγεί
—
Μορφή του ρήματος «θίγω»: να αγγίξει ή να θίξει (να προσβάλει/να αναφέρει κάτι ευαίσθητο).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#708 · 28 Μαΐου 2023
Previous word
#707 · σίφων
Next word
#709 · ιδέας
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις