WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θιγεί

5 letters·Ελληνικά
verb

θιγεί—Μορφή του ρήματος «θίγω»: να αγγίξει ή να θίξει (να προσβάλει/να αναφέρει κάτι ευαίσθητο).

Daily Puzzle #708 · 28 Μαΐου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα