Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΆΜΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κάμει
5 letters
·
Ελληνικά
verb
κάμει
—
Τρίτο ενικό του «κάνω»: κάνει, πραγματοποιεί ή εκτελεί κάτι.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1679 · 23 Ιανουαρίου 2026
Previous word
#1678 · φερθώ
Next word
#1680 · κάζου
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις