WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κάμει

5 letters·Ελληνικά
verb

κάμει—Τρίτο ενικό του «κάνω»: κάνει, πραγματοποιεί ή εκτελεί κάτι.

Daily Puzzle #1679 · 23 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα