Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΚΡΊΝΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
κρίνα
5 letters
·
Ελληνικά
κρίνα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Κρίνα < → λείπει η ετυμολογία
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο
name
diminutive
γυναικείο όνομα
Τύποι
κρίνα
(neuter)
·
Κρίνα
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1413 · 2 Μαΐου 2025
Previous word
#1412 · χλωμέ
Next word
#1414 · ζελές
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις