Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΩΛΏΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λωλών
5 letters
·
Ελληνικά
λωλών
—
γενική πληθυντικού του λωλός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του λωλός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του λωλή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του λωλό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#13 · 2 Ιουλίου 2021
Previous word
#12 · μύησή
Next word
#14 · πλάση
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις