Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΤΈΡ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μοτέρ
5 letters
·
Ελληνικά
μοτέρ
—
ο κινητήρας
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
μοτέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική moteur
noun
ο κινητήρας
Τύποι
μοτέρ
(invariable, neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#44 · 2 Αυγούστου 2021
Previous word
#43 · κοιτά
Next word
#45 · οξική
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις