WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μπήκε

5 letters·Ελληνικά
verb

μπήκε—Αόριστος του «μπαίνω»: εισήλθε/πέρασε μέσα σε έναν χώρο ή κατάσταση.

Βικιλεξικό →
Quordle Πλέγμα 3 #154 · 11 Σεπτεμβρίου 2026
Daily Puzzle #925 · 31 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα