Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΌΝΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μόνοι
5 letters
·
Ελληνικά
adjective
μόνοι
—
«μόνοι»: μόνοι τους, χωρίς άλλους· πληθυντικός του «μόνος».
Λεξικό
adj
ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος
pron
ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος
“να βρείτε τη λύση μόνοι σας”
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 11
#126 · 14 Αυγούστου 2026
Daily Puzzle
#1730 · 15 Μαρτίου 2026
Daily Puzzle
#168 · 4 Δεκεμβρίου 2021
Previous word
#167 · ανώια
Next word
#169 · μάρας
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις