WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μύωση

5 letters·Ελληνικά
noun

μύωση—Η στένωση της κόρης του ματιού.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #614 · 23 Φεβρουαρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα