Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΝΕΥΣΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νεύσε
verb
νεύσε
—
Έγνεψε· έκανε νεύμα (συνήθως με το κεφάλι) για να δείξει κάτι ή να χαιρετήσει.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1602 · 7 Νοεμβρίου 2025
Previous word
#1601 · πάνας
Next word
#1603 · έψαλε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις