Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΝΟΕΡΌ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νοερό
5 letters
·
Ελληνικά
νοερό
—
αιτιατική ενικού του νοερός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του νοερός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νοερός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#338 · 23 Μαΐου 2022
Previous word
#337 · ξηστό
Next word
#339 · διάγε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις