Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΞΙΚΌ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οξικό
5 letters
·
Ελληνικά
adjective
οξικό
—
Που σχετίζεται με το ξίδι, ειδικά με το οξικό οξύ (π.χ. οξικό οξύ).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του οξικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οξικός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#47 · 5 Αυγούστου 2021
Previous word
#46 · λάμπη
Next word
#48 · ελιάρ
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις