Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΠΤΏΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οπτών
5 letters
·
Ελληνικά
οπτών
—
γενική πληθυντικού του οπτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του οπτός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του οπτή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του οπτό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#210 · 15 Ιανουαρίου 2022
Previous word
#209 · έγελε
Next word
#211 · ζαλιά
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις