Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΡΜΈΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ορμές
5 letters
·
Ελληνικά
noun
ορμές
—
Πληθυντικός του «ορμή»: ξαφνική δυνατή παρόρμηση ή ώθηση να κάνεις κάτι.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1042 · 26 Απριλίου 2024
Previous word
#1041 · γείσο
Next word
#1043 · έθετε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις