WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πέμψω

5 letters·Ελληνικά

πέμψω—α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1174 · 5 Σεπτεμβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα