Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΈΜΨΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πέμψω
5 letters
·
Ελληνικά
πέμψω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
θα πέμψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέμπω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1174 · 5 Σεπτεμβρίου 2024
Previous word
#1173 · ραίνε
Next word
#1175 · ινδής
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις