WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πήζει

5 letters·Ελληνικά
verb

πήζει—Πήζει: γίνεται πηχτό ή στερεοποιείται, όπως το γάλα όταν πήζει σε γιαούρτι.

Daily Puzzle #1628 · 3 Δεκεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα